Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
απονέμω
- απόδοση: προσφέρω ηθική ή υλική παροχή / χορηγώ τίτλο ή τιμητική διάκριση / παρέχω σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες δικαίου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ο τότε Πρόεδρος της χώρας απένειμε χάρη στους πέντε θανατοποινίτες
παρά το αρνητικό κλίμα είναι βέβαιον ότι θα απονεμηθεί δικαιοσύνη





