Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εξυπηρετώ
- απόδοση: προσφέρω υπηρεσίες / καλύπτω έλλειψη ή ανάγκη
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
δεν εξυπηρετείται επαρκώς το συναφθέν δάνειο
μέχρι αποκαταστάσεως του αυτοκινήτου εξυπηρετείται με ταξί
πολύ ικανή πωλήτρια εξυπηρέτησε δε επαρκώς τους πάντες
σε τι μπορώ να εξυπηρετήσω ;
εξυπηρετεί…
λ άνομα συμφέροντα
λ παγίως τα συμφέροντα της εταιρείας επί σειρά ετών
λ σκοπιμότητες
λ τις ανάγκες επαρκώς ως μεταφορικό μέσο παρά την παλαιότητα
λ τρίτα πρόσωπα





