Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εγκλωβίζω
- απόδοση: αναγκάζω άτομο να παραμείνει σε συγκεκριμένο τόπο ή χώρο εμποδίζοντας κάθε προσπάθεια διαφυγής του / φέρνω κάποιον αντιμέτωπο με κατάσταση η οποία του στερεί κάθε δυνατότητα επιλογής / απομονώνω εχθρικές δυνάμεις με βολή διασταυρούμενων πυρών
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εγκλωβίσθηκε σε καιόμενο κτίριο αντιμετωπίζοντας φρικτό θάνατο
εγκλωβίσθηκε στο ασανσέρ έρημου κτιρίου όπου παρέμεινε επί δίωρο





