Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
καταβροχθίζω
- απόδοση: καταναλώνω ικανή ποσότητα τροφής κατά τρόπον λαίμαργο & χωρίς επαρκή μάσηση / σπαταλώ υλικά αγαθά & κυρίως χρήματα σε μικρό χρονικό διάστημα / απολαμβάνω κάτι δια των αισθήσεων ή με τον νου μου / καταστρέφω κάτι με ταχύτητα / εξαφανίζω κάτι από το προσκήνιο / αναφερόμενοι σε κάτι το ιδιαίτερα δαπανηρό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η κυριαρχία των πολυκαταστημάτων επετεύχθη καταβροχθίζοντας αυτά πλήθος μικρών επιχειρήσεων
καταβρόχθισε την πατρική περιουσία μετά τον θάνατο των γονέων του
τα κύματα καταβρόχθισαν το μικρό πλεούμενο & ουδείς διασώθηκε





