Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
παραβλέπω - 1
- απόδοση: προσποιούμαι ότι δεν βλέπω / ανέχομαι άτομο ή κατάσταση / εκφράζω αδιαφορία για κάτι / δεν δίνω ιδιαίτερη σημασία
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ενοχλείται αλλά λόγω χαρακτήρος παραβλέπει





