Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
παραβλέπω - 2
- απόδοση: βλέπω πολύ καλά / συναντώ κάποιον πολύ συχνά
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
πληροφορούμαι ότι τελευταία παραβλέπονται σε απόμερο στέκι
σε πληροφορώ πως βλέπω & παραβλέπω





