Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
κατονομάζω
- απόδοση: αναφέρομαι σε άτομο πράγμα ή κατάσταση με το όνομά του / αποκαλύπτω το όνομα ατόμου εις βάρος του οποίου στρέφονται υπόνοιες ή υπάρχουν καταγγελίες
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
απέφυγε επιδεικτικώς να κατονομάσει τον ένοχο υπεξαίρεσης εις βάρος του ταμείου





