Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
κομψεύομαι
- απόδοση: επιδιώκω την καθ΄ υπερβολήν κομψότητα για το άτομό μου / προσπαθώ να είμαι κομψός
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
κομψεύεται ακόμη & τις απλές στιγμές της καθημερινότητος





