Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποπλανώ
- απόδοση: ενεργώ ασελγώς εις βάρος κυρίως ανήλικου ατόμου / παρασύρω με τεχνάσματα σε σεξουαλική πράξη κάποιο άτομο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
φημολογείται πως αποπλάνησε με δόλο ανήλικο κορίτσι





