Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
περιτυλίσσω > περιτυλίγω
- απόδοση: τυλίγω κάτι γύρω - γύρω από αυτό κάνοντας χρήση κάποιου υλικού
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
περιτύλιξε το δώρο για την αγαπημένη του με φροντίδα & επιμέλεια





