Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προαλείφω
- απόδοση: προετοιμάζω κάποιον κυρίως για ανάληψη αξιώματος / προορίζω κάποιον για κάτι σημαντικό / προδιαγράφομαι / διαμορφώνομαι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
οι εξελίξεις στο κυβερνών κόμμα προαλείφονται εντελώς αρνητικές
τον προαλείφουν για την διευθυντική θέση του εν λόγω εργοστασίου





