Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εξολοθρεύω
- απόδοση: εξοντώνω / προκαλώ τον θάνατο ενός συνόλου ατόμων ή του μεγαλύτερου μέρους αυτού
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
οι εισβολείς εξολοθρεύτηκαν από τους αμυνόμενους στην πλειοψηφία τους





