Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αναπτύσσω
- απόδοση: δίνω μεγαλύτερη από την υπάρχουσα έκταση / επιμηκύνω κάτι / δημιουργώ σταδιακά / ενεργώ ώστε να καταλήξει κάτι σε ωριμότητα / βελτιώνω / αυξάνω / αναλύω κάτι ώστε να γίνει ευκολότερα κατανοητό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αδύνατον να αναπτυχθούν φιλικές σχέσεις με την γείτονα εξ ανατολών χώρα
η εταιρεία σχεδιάζει να αναπτύξει εκτεταμένο δίκτυο πωλήσεων στην Κύπρο & σε Βαλκανικές χώρες
το έμβρυο βεβαιώνει ο μαιευτήρας πως αναπτύσσεται απολύτως φυσιολογικά





