Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποθησαυρίζω
- απόδοση: μαζεύω χρήματα ή αντικείμενα αξίας / συσσωρεύω / συγκεντρώνω / καταγράφω λέξεις
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αποθησαύρισε την εποχή του πλήθος λέξεων από αγάπη για αυτές αφήνοντας έργο





