Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποκλείω
- απόδοση: κλείνω εντός ή έξω / απαγορεύω είσοδο έξοδο ή διέλευση / αποκλείω συμμετοχή κάποιου / δεν συμπεριλαμβάνω μεταξύ άλλων
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο επιβολής κυρώσεων εις βάρος της Συρίας
η εταιρεία αποκλείσθηκε από τον αναμενόμενο μειοδοτικό διαγωνισμό





