Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
πηγάζω
- απόδοση: αναβλύζω / έχω την προέλευση την αφετηρία την αρχή / εκπορεύομαι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τα προβλήματα που αντιμετωπίζει πηγάζουν από τον κακό & δύστροπο χαρακτήρα του





