Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
απειθαρχώ
- απόδοση: αρνούμαι να εκτελέσω εντολή ή διαταγή / δεν πειθαρχώ όταν με διατάξουν
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ως οπλίτης μονίμως απειθαρχούσε στους ανωτέρους με επακόλουθο να επισκέπτεται τακτικά το κρατητήριο





