Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ιχνηλατώ
- απόδοση: αναζητώ άτομο ή ομάδα ακολουθώντας τα ίχνη αυτών / αναζητώ ίχνη
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
επίλεκτοι αστυνομικοί ιχνηλατούσαν επί ημέρες προς αναζήτηση των δραπετών





