Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εφορμώ
- απόδοση: ενεργώ επιθετικά κατά αντιπάλου κατά τρόπο ορμητικό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η καιροφυλακτούσα γάτα εφόρμησε ως ελατήριο στο αμέριμνο περιστέρι
οι καταδρομείς εφόρμησαν αστραπιαία εναντίον της περιπόλου την οποία & εξουδετέρωσαν





