Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
καταδέχομαι
- απόδοση: συμπεριφέρομαι σε άτομο που είναι ή θεωρώ πως είναι κατώτερος από το άτομό μου κατά τρόπον ισότιμο εκφράζοντας φιλική διάθεση / πράττω όπως ο απλός κόσμος χωρίς να απαιτώ για τον εαυτό μου κάτι το ιδιαίτερο / επιτρέπω στον εαυτό μου να ενεργήσει κατά τρόπο μειωτικό για την αξιοπρέπειά μου / είμαι καταδεκτικός
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τύπος με χαρακτηριστική έπαρση που δεν καταδέχεται την συναναστροφή μαζί μας





