Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
κροταλίζω
- απόδοση: παράγω κρότο διακεκομμένο & διαυγή όμοιο με αυτόν που παράγεται από τα κρόταλα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τα δόντια του δυστυχή κροτάλιζαν από το βαθύ ψύχος





