Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ψυχραίνω
- απόδοση: αφαιρώ θερμότητα από κάτι / το ψύχω / γίνομαι ψυχρός / δυσαρεστώ κάποιον εξασθενώντας τα αισθήματα αγάπης ή συμπάθειας / χάνω τον ζήλο μου για κάτι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αισθάνομαι ότι ψύχρανε ο καιρός
οι σχέσεις με την πρώην σύζυγο έχουν εντελώς ψυχρανθεί
ψυχράθηκα από τα λεγόμενά του





