Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ψύχω
- απόδοση: μειώνω την θερμοκρασία σε κάτι έως ότου καταλήξει να είναι ψυχρό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
επιδιώκει να ψύχει το νερό & ακολούθως το καταναλώνει απολαμβάνοντας την ψυχρότητά του





