Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αμύνομαι
- απόδοση: αντιστέκομαι σε δεχόμενες πιέσεις ή επιθέσεις εις βάρος μου / αποκρούω επίθεση / αποκρούω κατηγορίες που δέχομαι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αμύνθηκε με γενναιότητα παρά το μικρόν της χώρας
αμύνονται για την ελευθερία της πατρίδος τους





