Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ονειροπολώ
- απόδοση: πλάθω όνειρα / ζω σε ονειρική κατάσταση μακράν της πραγματικότητος
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ονειροπολούσε την μετά του πρώην συζύγου επαναπροσέγγιση & κατέληξε μοναχική στη ζωή





