Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
βελτιστοποιώ
- απόδοση: ενεργώ επιτυγχάνοντας το καλύτερο δυνατόν αποτέλεσμα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αναλαμβάνοντας την οικονομική διεύθυνση βελτιστοποίησε την κερδοφορία της επιχείρησης εντός διετίας





