Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εκφοβίζω
- απόδοση: επιβάλλω την θέλησή μου προβάλλοντας επικείμενο κακό / απειλώ / φοβερίζω / τρομάζω με τις ενέργειές μου άτομο ή ομάδα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
σκοπός των κομματικών σχηματισμών να εκφοβίσουν τους ψηφοφόρους κατά την προεκλογική περίοδο





