Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ακολουθώ
- απόδοση: κινούμαι πίσω από κάτι άλλο / πηγαίνω κάπου μαζί με κάποιον άλλο με χρονική διαφορά / συνοδεύω / βαδίζω προς κάποια κατεύθυνση / εξακολουθώ να ασχολούμαι με ορισμένη δραστηριότητα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
του γεύματος ακολούθησε γλέντι άνευ προηγουμένου
ως θρησκευόμενος ακολουθεί το τυπικό της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας
ακολουθεί…
λ ιδιαίτερο κώδικα συμπεριφοράς & καλών τρόπων
λ κατά πόδας
λ μακράν
λ την ενδεδειγμένη πολιτική
λ φθοροποιό τρόπο ζωής παρά τις προτροπές & υποδείξεις των οικείων





