Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
πιστώνω - 1
- απόδοση: παρέχω χρήματα ή είδη με πίστωση / σημειώνω ποσό που πρέπει να πληρωθεί
- αντίθετο: χρεώνω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η τράπεζα του αρνήθηκε να τον πιστώσει περαιτέρω





