Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
καταναλώνω
- απόδοση: χρησιμοποιώ κάτι για την άμεση ή μακροχρόνια εξυπηρέτηση των αναγκών μου με αποτέλεσμα την εξαφάνιση ή αχρήστευση αυτού / διαθέτω κάτι για την υλοποίηση σκοπού / αναφερόμενοι σε μηχανισμό που χρησιμοποιεί κάποιο υλικό για να λειτουργήσει ή να παραγάγει έργο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
κατανάλωσε την περιουσία της συζύγου του σε ανόητες καταστάσεις
οι Έλληνες καταναλώνουν ελαιόλαδο σε μεγάλη ποσότητα
τα ψυγεία του καταστήματος καταναλώνουν ικανή ποσότητα ηλεκτρικού ρεύματος για την επαρκή συντήρηση των προς πώληση αγαθών
το πεπαλαιωμένο αυτοκίνητο που διαθέτει καταναλώνει μεγάλη ποσότητα καυσίμων
χρεοκόπησε γιατί καταναλώνει περισσότερα από τα παραγόμενα





