Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
καταναλίσκω
- απόδοση: καταναλώνω / χρησιμοποιώ για τις ανάγκες μου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
στην Ελλάδα καταναλίσκεται ικανό χρήμα για την συντήρηση του δημοσίου





