Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ατονώ
- απόδοση: εκδηλώνω απώλεια ισχύος ή δυνάμεως / εξασθενώ / εκδηλώνω έλλειψη διάθεσης για κάτι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
το ερωτικό ενδιαφέρον του προοδευτικά ατόνησε





