Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διακομίζω
- απόδοση: μεταφέρω τραυματία ή ασθενή που αδυνατεί να μετακινηθεί μόνος του σε νοσοκομείο στον αυτό ή σε άλλο τόπο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ο άτυχος εργάτης διακομίσθηκε από την Κάσο σε νοσοκομείο της Ρόδου





