Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
νοσηλεύω
- απόδοση: παρέχω σε πάσχοντα θεραπευτική φροντίδα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
νοσηλεύθηκε επί δίμηνο στο ΚΑΤ όπου χειρουργήθηκε από άριστα ειδικευμένο στην μικροχειρουργική





