Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διακανονίζω
- απόδοση: ρυθμίζω κατά τρόπον συναινετικό ζήτημα ακολουθώντας ορισμένη διαδικασία
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
το Υπουργείο Οικονομικών κάλεσε τους οφειλέτες προς το Δημόσιο να διακανονίσουν τα χρέη τους





