Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συλλογίζομαι
- απόδοση: αναλογίζομαι καταστάσεις του παρελθόντος / στρέφω το ενδιαφέρον μου σε κάτι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
συλλογίζομαι τι πέρασε ο τόπος - κατάσταση που μου προκαλεί μελαγχολία





