Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ενεργοποιώ
- απόδοση: θέτω σε ενεργή κατάσταση / θέτω σε δράση / δραστηριοποιώ / θέτω σε κίνηση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ενεργοποίησε πλήθος εργαζομένων εις βάρος της εργοδοσίας & κατέληξε άνεργος





