Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ακροάζομαι
- απόδοση: ακούω με προσοχή
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ευρίσκεται εν εξάρσει ακροαζόμενος την υπέροχη μουσική του Στραβίνσκι
ευρίσκεται εν εξάρσει ακροαζόμενος την υπέροχη μουσική του Στραβίνσκι

