Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ορμώμαι
- απόδοση: κατάγομαι / χρησιμοποιώ κάτι ως κίνητρο ως αφορμή
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
σύμφωνα με βεβαιωμένες πληροφορίες ο από την Κρήτη ορμώμενος πολιτικός ανεξαρτητοποιήθηκε





