Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διερωτώμαι
- απόδοση: διατυπώνω ερώτημα προς τον εαυτό μου / θέτω στον εαυτό μου απορία
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ουδέποτε διερωτήθηκε το πώς αντιμετωπίζει τις δυσκολίες του της οικογένειας η σύζυγός του





