Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συγκυβερνώ
- απόδοση: κυβερνώ κάτι ιδίως κράτος μαζί με άλλο άτομο ή πολιτικό σχηματισμό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η χώρα συγκυβερνήθηκε επί μακρόν από ελάσσονες πολιτικούς σχηματισμούς





