Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ακυρώνω
- απόδοση: θεωρώ σαν να μην υπήρξε ποτέ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ακύρωσε το εισιτήριο > το γκολ > την απόφαση
δια της νεωτέρας εντολής ακυρώνεται κάθε προηγούμενη
η εντολή ακυρώθηκε





