Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
μεταμελούμαι
- απόδοση: μετανιώνω για κακή πράξη μου επιδιώκοντας να επανορθώσω / μετανοώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ο υβριστής μεταμελήθηκε επιδιώκοντας την ηθική αποκατάσταση του υβριζόμενου πολιτικού





