Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αναπαύω
- απόδοση: βρίσκομαι σε στάση κατάλληλη προκειμένου να ξεκουράσω το σώμα μου / αναφερόμενοι σε θάνατο στα πλαίσια των χριστιανικών αντιλήψεων περί αυτού
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
κάθισε για λίγο προκειμένου να αναπαύσει το ταλαίπωρο κορμί του





