Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εγκύπτω
- απόδοση: σκύβω & κοιτάζω εντός / εξετάζω μελετώ με πολύ ζήλο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
από τα φοιτητικά του ενέκυψε στην συστηματική μελέτη των αρχαίων κλασικών
δεν προτίθεται να εγκύψει στο πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει η συμβία του





