Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
επισείω
- απόδοση: χρησιμοποιώ κάτι ως απειλή εναντίον ατόμου ή ομάδος / εκφοβίζω κάποιον
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η γείτων χώρα επιδιώκει τον εκφοβισμό μας επισείοντας την απειλή πολέμου





