Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
παροικώ
- απόδοση: κατοικώ με την ιδιότητα του πάροικου σε χώρα της αλλοδαπής
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
παροικεί οικογενειακώς από δεκαετίας στο Περθ της Δυτικής Αυστραλίας





