Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ανεξαρτητοποιώ
- απόδοση: απαλλάσσω άτομο ή σύνολο από σχέση μερικής ή πλήρους εξάρτησης
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
με γραπτή δήλωση προς το προεδρείο της Βουλής ανεξαρτητοποιήθηκε ο εν λόγω βουλευτής





