Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εκμαιεύω
- απόδοση: ενεργώ με πλάγιο τρόπο ώστε να καταλήξει κάποιος να παραδεχθεί αυτό ακριβώς που επιδιώκω / αποσπώ με πλάγιο τρόπο επιθυμητή πληροφόρηση ή μυστικό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εκμαίευσε τεχνηέντως την όλη αλήθεια γύρω από τα συμβαίνοντα





