Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
νεκρώνω
- απόδοση: προκαλώ θάνατο σε ζωντανό οργανισμό / δεν επιτρέπω την παρουσία ζωής σε κάποιο περιβάλλον / καταστέλλω συναισθήματα ή αισθήσεις / διακόπτω δραστηριότητα ή κίνηση / μένω ακίνητος ως νεκρός χάνοντας το χρώμα μου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η είδηση νέκρωσε τα βλέμμα των παρευρισκομένων συγγενών
η πόλη κοντεύει να νεκρωθεί εξ αιτίας της δυσβάστακτης οικονομικής κρίσης
νέκρωσαν οι τηλεφωνικές γραμμές ως μέτρο των πραξικοπηματιών





